ταραξίας

ταραξίας
ο нарушитель порядка; дебошир, скандалист

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "ταραξίας" в других словарях:

  • ταραξίας — ταραξίᾱς , ταραξίας masc acc pl ταραξίᾱς , ταραξίας masc nom sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταραξίας — ο, ΝΜΑ άτομο που προκαλεί αναστάτωση, αναταραχή, ο ταραχοποιός νεοελλ. συνεκδ. άτομο που κάνει αταξίες, φασαρίες. [ΕΤΥΜΟΛ. < τάραξις + επίθημα ίας (πρβλ. έγκληματ ίας)] …   Dictionary of Greek

  • ταραξίας — ο ταραχοποιός, ανακατωσούρης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ταραξίου — ταραξίας masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Sifu VERSUS — Infobox musical artist 2 Name = Sifu VERSUS Background = solo singer Alias = Bobby Dega Birth name = Nikolaos Domvros Born = Birth date and age|1980|1|29 Origin = flagicon|Greece Thessaloniki, Greece Genre = Hip hop Years active = 1996–present… …   Wikipedia

  • мѧтежьникъ — МѦТЕЖЬНИК|Ъ (8*), А с. Мятежник, бунтовщик: обавникъ мѧтежникъ. чародѣi скомрахъ. КР 1284, 51а; изгна же ѿ Антиохи˫а ˫ако сѹпротивникъ и мѧтежникъ (ταραξίας) ГА XIII–XIV, 197г; Никтоже ѹбо прочее ѿ насъ бу(д) безбоженъ. никтоже буди мѧтежникъ… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • ανάπτης — ἀνάπτης, ο (Α) αυτός που παροτρύνει για επανάσταση, ο ταραξίας. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνάπτω. ΣΥΝΘ. νεοελλ. κανδηλανάπτης] …   Dictionary of Greek

  • αναδευτής — ο (θηλ. εύτρια και εύτρα) [αναδεύω] 1. αυτός που αναδεύει, που ανακατεύει 2. αυτός που διαταράσσει την ησυχία με ραδιουργίες, ραδιούργος, ταραξίας …   Dictionary of Greek

  • διαταράκτης — ο αυτός που διαταράσσει την τάξη, ο ταραξίας. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μαρτυρείται από το 1840 στο Ιταλοελληνικό Νομοτεχνικό Λεξικό] …   Dictionary of Greek

  • εμποδοστάτης — ἐμποδοστάτης, ο (Α) 1. αυτός που βρίσκεται ή παρεμβάλλεται μέσα στα πόδια άλλου, που αποτελεί εμπόδιο 2. θορυβοποιός, ταραξίας …   Dictionary of Greek

  • ζιζάνιο — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 240 μ., 97 κάτ.) στην πρώην επαρχία Πυλίας του νομού Μεσσηνίας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Κορώνης. * * * το (AM ζιζάνιον, Μ και ζιζάνιν και ζιζάνι) άγριο και άχρηστο φυτό που φυτρώνει ανάμεσα σε χρήσιμα φυτά και… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»